Κοινοί λογαριασμοί και Κοινές Επενδυτικές Μερίδες. Η ισχύς δεν τίθεται σε αμφιβολία.
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου και της Αλεξάνδρας Δαλιάνη*
Πάντα επίκαιρη, κάθε δικαστική απόφαση που αφορά τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς έχει τεράστιο ενδιαφέρον λόγω της ευρείας εφαρμογής τους στην πράξη. Χιλιάδες οικογένειες, επιχειρηματίες και επενδυτές – στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό – χρησιμοποιούν κοινούς λογαριασμούς και κοινές επενδυτικές μερίδες ως εργαλείο οργάνωσης ρευστότητας και περιουσίας. Όταν λοιπόν εκδίδεται απόφαση ανώτατού δικαστηρίου που αγγίζει το ζήτημα των τραπεζικών κινήσεων ή της προσαύξησης περιουσίας, η συζήτηση αναζωπυρώνεται. Το κρίσιμο, όμως, είναι να διαχωρίσουμε καθαρά τα νομικά πεδία: άλλο η χρήση ποσών από συνδικαιούχους εν ζωή και άλλο η μεταβίβαση μετά θάνατον λόγω ρήτρας επιζώντων. Άλλο η αστική αντιδικία μεταξύ κληρονόμων και άλλο η φορολογική αντιμετώπιση.
Ο γνήσιος κοινός λογαριασμός και η ρήτρα επιζώντων
Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός με ρήτρα επιζώντων ερείδεται στο ν.5638/1932. Όταν στη σύμβαση προβλέπεται ρητώς ότι σε περίπτωση θανάτου ενός συνδικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα ή στους επιζώντες, τότε η μεταβίβαση δεν συντελείται μέσω της κλασικής κληρονομικής διαδοχής αλλά ενεργοποιείται συμβατικά. Η ρήτρα αυτή έχει πλήρη ισχύ τόσο για κοινούς λογαριασμούς που τηρούνται σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα όσο και για αντίστοιχους λογαριασμούς που τηρούνται σε τράπεζες του εξωτερικού, εφόσον η συμβατική σχέση παραπέμπει στο ελληνικό δίκαιο ή εφαρμόζεται αναλογικά το καθεστώς του κοινού λογαριασμού με ρήτρα επιζώντων. Στην εξωτερική σχέση με την τράπεζα, η υποχρέωση καταβολής στον επιζώντα είναι άμεση. Η τράπεζα δεν καλείται να επιλύσει διαφορές κληρονόμων. Η ύπαρξη ρήτρας επιζώντων αρκεί.
Το ισχύον φορολογικό καθεστώς
Ο Νόμος 2961/2001 προβλέπει ειδική απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς για τις καταθέσεις που περιέρχονται στον επιζώντα λόγω ρήτρας κοινού λογαριασμού. Η απαλλαγή είναι ρητή και νομοθετικά θεμελιωμένη.
Στην γνήσια περίπτωση:
- Η μεταβίβαση στον επιζώντα δεν φορολογείται ως κληρονομική κτήση.
- Δεν θεωρείται δωρεά.
- Δεν γεννάται φόρος λόγω του θανάτου.
Η νομική βάση είναι η σύμβαση με το πιστωτικό ίδρυμα και όχι η κληρονομική διαδοχή υπό στενή έννοια.
Υποχρέωση δήλωσης φόρου κληρονομιάς
Παρότι η μεταβίβαση είναι απαλλασσόμενη, η υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς παραμένει υποχρεωτική.
Το ποσό του κοινού λογαριασμού πρέπει να αποτυπωθεί στη δήλωση, ώστε:
- να εμφανιστεί η περιουσιακή κατάσταση του θανούντος,
- να εφαρμοστεί ρητά η απαλλαγή,
- να διασφαλιστεί πλήρης φορολογική διαφάνεια.
Η μη δήλωση μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνευτικές επιβαρύνσεις σε ενδεχόμενο έλεγχο.
Αναγραφή και στην ετήσια δήλωση Ε1
Η κτήση του ποσού από τον επιζώντα, παρότι απαλλασσόμενη, πρέπει να αναγράφεται στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1) ως απαλλασσόμενο ποσό. Η αναγραφή αυτή δεν δημιουργεί φόρο. Λειτουργεί όμως ως τεκμηρίωση προέλευσης κεφαλαίων, ιδίως σε περίπτωση μελλοντικής χρήσης των ποσών (αγορά περιουσιακών στοιχείων, επενδύσεις, κάλυψη τεκμηρίων). Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων δύναται πάντοτε να ελέγξει τη γνησιότητα της ρήτρας και την προέλευση των κεφαλαίων. Η απαλλαγή δεν σημαίνει απουσία ελέγχου, σημαίνει εφαρμογή ειδικού καθεστώτος όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Τι αφορά πραγματικά η ΣτΕ 1490/2025
Η ΣτΕ 1490/2025 αφορά διαφορετικό ζήτημα. Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκαν κινήσεις και καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς κατά χρονικές περιόδους που ο φορολογούμενος ζούσε και ενεργούσε. Τα επίμαχα ποσά είχαν χρησιμοποιηθεί από συν δικαιούχους και κρίθηκαν ως προσαύξηση περιουσίας, επειδή δεν καλύπτονταν από δηλωθέντα εισοδήματα. Η απόφαση αφορά χρήση χρημάτων εν ζωή και έλεγχο αδικαιολόγητων καταθέσεων. Δεν αφορά μεταβίβαση λόγω θανάτου, δεν αφορά τη ρήτρα επιζώντων και δεν τροποποιεί την ειδική απαλλαγή του κοινού λογαριασμού.
Η διάκριση αυτή είναι απολύτως σαφής και κρίσιμη.
Η κοινή επενδυτική μερίδα – Νομική θεμελίωση και ειδική αναφορά στις μη εισηγμένες μετοχές
Η κοινή επενδυτική μερίδα δεν αποτελεί απλώς τραπεζική πρακτική, αλλά θεσμικό μηχανισμό που στηρίζεται στην ίδια λογική με τον κοινό λογαριασμό και παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις του ν. 5638/1932 περί ρήτρας επιζώντων. Στις συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προβλέπεται ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συν δικαιούχων, οι τίτλοι και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται στην κοινή μερίδα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα, κατ’ αναλογία του καθεστώτος του κοινού λογαριασμού.
Για εισηγμένες μετοχές και άυλους τίτλους που τηρούνται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων, η πρακτική αυτή εφαρμόζεται επί πολλά έτη και έχει παγιωθεί τόσο συμβατικά όσο και διοικητικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέλιξη που επήλθε μετά το 2018, με το ν. 4569/2018, περί Κεντρικών Αποθετηρίων Τίτλων, ο οποίος επέτρεψε τη συστηματική καταχώριση και διαχείριση και μη εισηγμένων κινητών αξιών μέσω οργανωμένων συστημάτων τήρησης. Με τη ρύθμιση αυτή κατέστη εφικτή η εφαρμογή της κοινής επενδυτικής μερίδας και σε μετοχές μη εισηγμένων εταιρειών, υπό την προϋπόθεση τήρησης των διαδικασιών καταχώρισης και θεματοφυλακής.
Η εξέλιξη αυτή είχε πρακτική σημασία κυρίως για οικογενειακές επιχειρήσεις και συμμετοχές σε μη εισηγμένες ανώνυμες εταιρείες, όπου πλέον μπορεί να εφαρμοστεί μηχανισμός κοινής κατοχής με ρήτρα επιζώντων και σε επίπεδο άυλων τίτλων. Φορολογικά, η μεταβίβαση τίτλων λόγω ενεργοποίησης της ρήτρας επιζώντων ακολουθεί την ίδια λογική με τις τραπεζικές καταθέσεις: η απαλλαγή του ν. 2961/2001 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για γνήσια εφαρμογή του θεσμού και ότι υποβάλλεται δήλωση φόρου κληρονομιάς.
Εάν, όμως, μετά τον θάνατο ακολουθήσει μεταβίβαση τίτλων σε τρίτο πρόσωπο, ανακατανομή συμμετοχών ή ιδιωτική συμφωνία διαφορετικής κατανομής, τότε η πράξη αυτή αξιολογείται αυτοτελώς φορολογικά (π.χ. δωρεά, μεταβίβαση μετοχών, υπεραξία).
Η κοινή επενδυτική μερίδα, συνεπώς, δεν αποτελεί εξωθεσμικό σχήμα, αλλά προέκταση της νομικής λογικής του κοινού λογαριασμού, προσαρμοσμένη στο σύγχρονο καθεστώς άυλων τίτλων και μη εισηγμένων συμμετοχών.
Παράδειγμα αστικής διαφοράς – Νόμιμη μοίρα και αναδιανομή
Ας δούμε όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δεν αφορά τη φορολογία αλλά την αστική διάσταση.
Έστω πατέρας με δύο τέκνα. Διατηρεί κοινό λογαριασμό με ρήτρα επιζώντων μόνο με το ένα τέκνο. Στον λογαριασμό αυτόν βρίσκονται 400.000 ευρώ, τα οποία προέρχονται αποκλειστικά από εισοδήματα και αποταμιεύσεις του πατέρα. Με τον θάνατό του, το ποσό περιέρχεται αυτοδικαίως στο συνδικαιούχο τέκνο.
Φορολογικά, η μεταβίβαση απαλλάσσεται. Δηλώνεται στη δήλωση φόρου κληρονομιάς και εφαρμόζεται η απαλλαγή.
Όμως το άλλο τέκνο – που δεν ήταν συνδικαιούχος – ασκεί αγωγή, επικαλούμενο προσβολή της νόμιμης μοίρας του. Υποστηρίζει ότι ο πατέρας δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο από την περιουσία του και ότι ο κοινός λογαριασμός λειτουργούσε για λόγους διαχείρισης.
Τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν:
- Τη βούληση του καταθέτη.
- Την προέλευση των κεφαλαίων.
- Τη συνεισφορά των μερών.
- Τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πατέρα και συνδικαιούχου.
Σε υποθέσεις όπως αυτή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι, παρότι η ρήτρα επιζώντων ισχύει έναντι της τράπεζας, οι λοιποί κληρονόμοι μπορούν να αξιώσουν μέρος του ποσού εάν αποδειχθεί ότι πρόκειται ουσιαστικά για έμμεση δωρεά που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Χαρακτηριστικά, έχει κριθεί από τα πολιτικά δικαστήρια ότι οι κληρονόμοι που δεν ήταν συνδικαιούχοι μπορούν να στραφούν κατά του επιζώντος με αγωγή αναγωγής και να ζητήσουν ανακατανομή του οφέλους (ενδεικτικά, βλ. ΜΕφΑθ 196/2024).
Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει στο μη συνδικαιούχο αδελφό ή στη σύζυγο ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα ή σε μέρος της κατάθεσης, κρίνοντας ότι η ρήτρα επιζώντων δεν μπορεί να καταστρατηγήσει το προστατευτικό πλαίσιο της αναγκαστικής διαδοχής.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ ο επιζών έλαβε αρχικά το σύνολο του ποσού, τελικώς – κατόπιν δικαστικής απόφασης – υποχρεούται να καταβάλει μέρος αυτού στον άλλο κληρονόμο.
Η διάκριση: Αναδιανομή οφέλους χωρίς ανατροπή φορολογικού καθεστώτος
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η δικαστική απόφαση μπορεί να αναδιανείμει το όφελος μεταξύ των κληρονόμων. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι ο μη συνδικαιούχος αδελφός ή η σύζυγος δικαιούνται ποσό λόγω νόμιμης μοίρας. Μπορεί να επιβάλει επιστροφή χρημάτων.
Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ακυρώνεται αναδρομικά η φορολογική απαλλαγή της αρχικής μεταβίβασης. Η φορολογική μεταχείριση κρίνεται κατά τον χρόνο κτήσης του ποσού λόγω ρήτρας επιζώντων. Αν ακολουθήσει μεταγενέστερη καταβολή, αυτή εξετάζεται αυτοτελώς ως νέα πράξη.
Η αστική δικαιοσύνη ρυθμίζει τη δίκαιη κατανομή μεταξύ των προσώπων. Η φορολογική αρχή εξετάζει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της απαλλαγής και οι δηλωτικές υποχρεώσεις.
Συμπέρασμα
Οι κοινοί λογαριασμοί έχουν πλήρη νομική ισχύ. Η ρήτρα επιζώντων λειτουργεί κανονικά και δεσμευτικά. Η φορολογική απαλλαγή εφαρμόζεται όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Παράλληλα, το αστικό δίκαιο προστατεύει τη νόμιμη μοίρα και επιτρέπει ανακατανομή του οφέλους όταν αποδεικνύεται καταστρατήγηση ή έμμεση δωρεά.
Οι δύο κόσμοι – φορολογικός και αστικός – συνυπάρχουν. Η ισχύς των κοινών λογαριασμών δεν τίθεται σε αμφιβολία. Εκείνο που μεταβάλλεται, ενίοτε, είναι η εσωτερική κατανομή μεταξύ των δικαιούχων.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.
H Αλεξάνδρα Δαλιάνη είναι Ασκούμενη Δικηγόρος.

