Μπορεί ο εταίρος να εργάζεται χωρίς μισθό στην ΙΚΕ του;
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Παναγιώτη Παπασταύρου και του Πέτρου Παπαπέτρου*
Πότε απαιτείται πρόσληψη και πότε αποτελεί λύση η εξωκεφαλαιακή εισφορά.
- Η διάκριση μεταξύ εταιρικής συμμετοχής και παροχής εργασίας
Στην πράξη των Ιδιωτικών Κεφαλαιουχικών Εταιρειών κυριαρχεί συχνά η αντίληψη ότι «η εταιρεία είναι δική μου και μπορώ να δουλεύω σε αυτήν χωρίς περιορισμούς». Η πεποίθηση αυτή προσκρούει στο νομικό και φορολογικό πλαίσιο. Η κατοχή εταιρικών μεριδίων δεν ταυτίζεται αυτομάτως με δικαίωμα καθημερινής παραγωγικής απασχόλησης.
Και η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Όταν η προσωπική εργασία του εταίρου δεν στηρίζεται σε καμία από τις μορφές που αναγνωρίζει ο νόμος, η απασχόληση είναι αδήλωτη. Το πρόστιμο ανέρχεται σε 10.500 ευρώ ανά πρόσωπο, ενώ καταλογίζονται και αναδρομικές ασφαλιστικές εισφορές, διαφορές αποδοχών, δώρα, επίδομα αδείας και οι αντίστοιχες φορολογικές επιβαρύνσεις. Η εταιρική ιδιότητα δεν αποτελεί υπεράσπιση σε έλεγχο.
Ένα σύνηθες παράδειγμα δείχνει το μέγεθος του ζητήματος. Σε λογιστική ΙΚΕ συμμετέχουν τρεις εταίροι. Ο πρώτος κατέχει το 50%, είναι διαχειριστής και λαμβάνει αμοιβή διαχείρισης 1.500 ευρώ τον μήνα. Οι άλλοι δύο κατέχουν από 25% και δεν λαμβάνουν καμία αμοιβή. Και οι τρεις, όμως, τηρούν βιβλία, υποβάλλουν δηλώσεις και εξυπηρετούν καθημερινά πελάτες της εταιρείας. Οι δύο εταίροι του 25% δεν έχουν σύμβαση, δεν έχουν δηλωθεί στο ΕΡΓΑΝΗ, δεν εκδίδουν τιμολόγιο και δεν ασφαλίζονται. Το ποσοστό τους δεν είναι συμβολικό και μπορεί κάλλιστα να είναι γνήσιοι συνέταιροι. Δεν εξηγεί όμως από μόνο του γιατί εργάζονται καθημερινά χωρίς άλλη συμφωνημένη βάση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον κλάδο των λογιστικών και φοροτεχνικών εταιρειών, όπου οι επαγγελματίες καλούνται να οργανώσουν σωστά τόσο τις δικές τους δομές όσο και των πελατών τους. Ενώ η κρατούσα ελεγκτική πρακτική αντιμετωπίζει την καθημερινή απασχόληση ως εξαρτημένη εργασία, η εξωκεφαλαιακή εισφορά προσφέρει θεσμική διέξοδο, υπό την προϋπόθεση της αυστηρής τεκμηρίωσης.
- Εταιρική ιδιότητα έναντι παραγωγικής εργασίας
Η ελληνική έννομη τάξη οριοθετεί σαφώς τα όρια μεταξύ της κεφαλαιακής συμμετοχής και της παροχής προσωπικών υπηρεσιών. Η απόκτηση μεριδίων εξασφαλίζει τη συμμετοχή στις αποφάσεις της συνέλευσης, τον έλεγχο της διαχείρισης και τη λήψη μερισμάτων, αλλά δεν γεννά υποχρέωση ή δικαίωμα παροχής προσωπικής εργασίας. Αντίθετα, η διεκπεραίωση λογιστικών εργασιών και η επαφή με τις αρχές συνιστούν επαγγελματική δραστηριότητα που απαιτεί διακριτή νομική θεμελίωση.
Σε αντίθεση με τις προσωπικές εταιρείες, όπου η προσωπική εργασία αποτελεί στοιχείο της εταιρικής σύμβασης με υποχρεωτική ασφάλιση μη μισθωτού, στην ΙΚΕ ο απλός εταίρος πολυπρόσωπης εταιρείας δεν ασφαλίζεται υποχρεωτικά μόνο λόγω της συμμετοχής του, ούτε υποχρεούται σε παροχή εργασίας εκτός εάν έχει αναλάβει σχετική καταστατική δέσμευση.
- Οι τρεις διαθέσιμες μορφές απασχόλησης
Η απασχόληση ενός εταίρου στην ΙΚΕ μπορεί να καλυφθεί με τρία σχήματα, και η επιλογή ανάμεσά τους ακολουθεί συγκεκριμένη σειρά. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει καταστατική υποχρέωση εξωκεφαλαιακής εισφοράς, αποτιμημένη και αντιστοιχισμένη σε μερίδια. Αν δεν υπάρχει, εξετάζεται αν συντρέχει πραγματική ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα. Αν δεν συντρέχει ούτε αυτή και η καθημερινή λειτουργία δείχνει προσωπική εξάρτηση, πρόκειται για εξαρτημένη εργασία, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής.
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προϋποθέτει τυπική πρόσληψη με αναγγελία στο ΕΡΓΑΝΗ, απόδοση εισφορών μέσω ΑΠΔ και τήρηση της εργατικής νομοθεσίας. Αποτελεί την ασφαλέστερη οδό έναντι ελέγχων και διασφαλίζει την αναγνώριση της σχετικής δαπάνης.
Η ανεξάρτητη επαγγελματική συνεργασία προϋποθέτει ατομική δραστηριότητα και έκδοση τιμολογίων. Στον λογιστικό κλάδο ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς η σταθερή ενσωμάτωση στην οργανωτική δομή μπορεί να οδηγήσει σε επαναχαρακτηρισμό της σχέσης ως πλαστής αυτοαπασχόλησης.
Η εξωκεφαλαιακή εισφορά υπηρεσιών συνίσταται στην ανάληψη καταστατικής υποχρέωσης για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, με αντάλλαγμα εταιρικά μερίδια και συμμετοχή στα κέρδη, χωρίς τη μεσολάβηση τακτικής χρηματικής αμοιβής.
- Το θεσμικό πλαίσιο του διαχειριστή
Η θέση του διαχειριστή και του μοναδικού εταίρου διαφοροποιείται σαφώς από αυτή του απλού εταίρου, καθώς υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση μη μισθωτών λόγω της ιδιότητάς τους. Αν η αμοιβή του διαχειριστή δίδεται από τη διανομή των κερδών, με νόμιμη απόφαση και λόγω της εταιρικής συμμετοχής, αποτελεί μέρισμα και φορολογείται με τον συντελεστή των μερισμάτων, σήμερα 5%.
Η παράλληλη ιδιότητα διαχειριστή και μισθωτού δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη. Παραμένει, ωστόσο, ιδιαίτερα ευάλωτη, τόσο επειδή συχνά δεν διαχωρίζονται καθαρά τα διαχειριστικά από τα παραγωγικά καθήκοντα, όσο και επειδή οι υπηρεσίες του e-ΕΦΚΑ δέχονται στην πράξη ότι ο διαχειριστής ΙΚΕ δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι μισθωτός της εταιρείας του. Η θέση αυτή δεν στηρίζεται σε ρητή διάταξη ούτε σε δημοσιευμένη εγκύκλιο, δημιουργεί όμως πραγματική αβεβαιότητα που πρέπει να συνυπολογίζεται πριν από κάθε σχεδιασμό.
Στη μονοπρόσωπη ΙΚΕ, τέλος, η εξωκεφαλαιακή εισφορά θεμελιώνει εταιρικά την εργασία του μοναδικού εταίρου, χωρίς να μεταβάλλει την ασφαλιστική του υπαγωγή, η οποία οφείλεται ούτως ή άλλως λόγω της ιδιότητάς του.
- Η εξωκεφαλαιακή εισφορά και τα κρίσιμα σημεία προσοχής
Κατά το άρθρο 78 του ν. 4072/2012 και την εγκύκλιο Ε.2099/2020 της ΑΑΔΕ, η εξωκεφαλαιακή εισφορά αποτελεί αυτοτελή εταιρική σχέση, εφόσον είναι πραγματική και όχι προσχηματική. Επιτρέπεται ρητά η εκτέλεσή της για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ μπορεί να συσταθεί τόσο από απλούς εταίρους όσο και από τον διαχειριστή ή τον μοναδικό εταίρο μονοπρόσωπης ΙΚΕ.
Η αξία καθορίζεται ελεύθερα στο καταστατικό, χωρίς εκτιμητή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποτίμηση μένει ανέλεγκτη. Ο έλεγχος εξετάζει την αναλογία ανάμεσα στην έκταση και τη διάρκεια της εργασίας και στην αξία των μεριδίων που δόθηκαν γι’ αυτήν, και όσο η εταιρική συμμετοχή εμφανίζεται συμβολική σε σχέση με την παρεχόμενη εργασία, τόσο δυσκολότερα εξηγείται η σχέση ως γνήσια εταιρική. Το καταστατικό πρέπει να προσδιορίζει τον υπόχρεο εταίρο, το αντικείμενο, τη διάρκεια, την έκταση, την αποτίμηση και τα μερίδια που αντιστοιχούν σε αυτήν, ενώ η πρόβλεψη πρέπει να προηγείται της εργασίας και δεν λειτουργεί αναδρομικά.
Από φορολογική και λογιστική άποψη, η εργασία δεν δημιουργεί μισθολογική δαπάνη για την ΙΚΕ ούτε φορολογητέο εισόδημα για τον εταίρο κατά τον χρόνο παροχής της, καθώς το εισόδημά του προκύπτει από τη διανομή κερδών. Η αξία της εισφοράς δεν εμφανίζεται ως εταιρικό κεφάλαιο, όπως επιβεβαίωσε και η ΣΛΟΤ 518/2025, ενώ ο εταίρος λαμβάνει μερίδια σε εκπλήρωση της καταστατικής του υποχρέωσης. Τυχόν αμοιβή διαχείρισης επιβαρύνεται με Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής 1,20%.
Η λύση έχει και ένα κόστος που πρέπει να λέγεται καθαρά. Από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν δημιουργείται ασφαλιστικός χρόνος, οπότε ο εταίρος που δεν ασφαλίζεται από άλλη ιδιότητα μένει χωρίς ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κάλυψη. Το όφελος πηγαίνει στην εταιρεία, το κόστος το επωμίζεται προσωπικά ο ίδιος, και αυτό πρέπει να τίθεται υπόψη του πριν επιλεγεί η λύση.
Σε ό,τι αφορά την υπογραφή και την ευθύνη σε μια λογιστική εταιρεία, υπενθυμίζεται ότι η υπογραφή των δηλώσεων και των ισολογισμών δεν δεσμεύεται αποκλειστικά από τον διαχειριστή. Μπορούν να εξουσιοδοτηθούν και άλλα πρόσωπα με νόμιμη σχέση και την απαιτούμενη επαγγελματική ιδιότητα, με ενημέρωση του ΟΕΕ. Η ανάθεση της υπογραφής σε διαχειριστή Α΄ τάξης αποτελεί εσωτερική οργανωτική επιλογή, η οποία δεν υποκαθιστά την ανάγκη ορθής θεμελίωσης της εργασίας των υπόλοιπων εταίρων.
Συμπέρασμα
Ο εταίρος δεν μπορεί να εργάζεται άτυπα στην ΙΚΕ μόνο επειδή είναι ιδιοκτήτης της. Όταν η καθημερινή του απασχόληση δεν στηρίζεται σε καμία νόμιμη βάση, πρόκειται για αδήλωτη εργασία, με όσα αυτό συνεπάγεται σε πρόστιμα, εισφορές και αναδρομικές αξιώσεις.
Μπορεί όμως να παρέχει νόμιμα εργασία χωρίς μισθό, όταν αυτή έχει οργανωθεί ως πραγματική και επαρκώς εξειδικευμένη εξωκεφαλαιακή εισφορά κατά το άρθρο 78 του ν.4072/2012. Η λύση θεμελιώνει εταιρική σχέση, δεν δημιουργεί μισθολογική δαπάνη και δεν μεταβάλλει τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του διαχειριστή ή του μοναδικού εταίρου.
Το καταστατικό, οι αποφάσεις των εταίρων, οι φορολογικές δηλώσεις, η ασφαλιστική απεικόνιση και η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης πρέπει να λένε την ίδια ιστορία. Όταν το ένα έγγραφο εμφανίζει έναν άνθρωπο ως εταίρο και η πραγματικότητα ως κανονικό εργαζόμενο, ο κίνδυνος βρίσκεται στην αντίφαση ανάμεσά τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
O Παναγιώτης Παπασταύρου είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Διευθυντής Επιμόρφωσης της Artion A.E.
O Πέτρος Παπαπέτρος είναι Partner, Διευθυντής του Τμήματος Μισθοδοσίας του Ομίλου ARTION.

