Η Ελλάδα πρέπει να επιτρέψει την έκπτωση ΦΠΑ στα εταιρικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νατάσσας Δαλιάνη και της Βασιλικής Καπελλάκη*
Η Ελλάδα δηλώνει ότι στηρίζει την ηλεκτροκίνηση. Επιδοτεί την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων, θεσπίζει φορολογικά κίνητρα και ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να ανανεώσουν τους στόλους τους. Την ίδια στιγμή όμως διατηρεί ένα από τα πιο αυστηρά καθεστώτα ΦΠΑ στην Ευρώπη για τα εταιρικά επιβατικά οχήματα, ακόμη και όταν πρόκειται για αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται για πραγματικές επιχειρηματικές ανάγκες.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εμφανές φορολογικό παράδοξο: η Πολιτεία επιδοτεί την ηλεκτροκίνηση με το ένα χέρι και με το άλλο μετατρέπει τον ΦΠΑ σε οριστικό και μη ανακτήσιμο κόστος για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σε μια περίοδο όπου αρκετά κράτη-μέλη κινούνται προς συστήματα μερικής ή υπό προϋποθέσεις πλήρους έκπτωσης ΦΠΑ, η Ελλάδα παραμένει προσκολλημένη σε ένα μοντέλο απόλυτης απαγόρευσης που σχεδιάστηκε για μια εντελώς διαφορετική εποχή.
Το ισχύον καθεστώς της περ. ε΄ της παρ. 4 του άρθρου 30 του Ν. 2859/2000 αντιμετωπίζει σχεδόν κάθε επιβατικό αυτοκίνητο ως μέσο ιδιωτικής κατανάλωσης. Για τον λόγο αυτό δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ όχι μόνο για την αγορά ή τη μίσθωση, αλλά και για καύσιμα, συντήρηση, επισκευές και λοιπές λειτουργικές δαπάνες. Η λογική της διάταξης είναι γνωστή: η διοίκηση θεωρεί ότι η διάκριση μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής χρήσης είναι δυσχερής και προτιμά έναν απόλυτο κανόνα απαγόρευσης αντί μιας διαδικασίας επιμερισμού και ελέγχου.
Η λογική αυτή, όμως, διαμορφώθηκε σε μια άλλη εποχή. Σήμερα, οι επιχειρήσεις λειτουργούν με ψηφιακά εργαλεία, ηλεκτρονικά ημερολόγια κίνησης, GPS, telematics και εσωτερικές πολιτικές διαχείρισης στόλου. Η τεχνολογία επιτρέπει πλέον αξιόπιστη καταγραφή της πραγματικής χρήσης ενός εταιρικού οχήματος και περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο καταχρήσεων που δικαιολογούσε ιστορικά την πλήρη απαγόρευση.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές στα αμιγώς ηλεκτρικά εταιρικά οχήματα. Η Πολιτεία, από τη μία πλευρά, ενθαρρύνει την ηλεκτροκίνηση μέσω επιδοτήσεων και φορολογικών κινήτρων. Από την άλλη, όταν μια επιχείρηση επιλέγει να επενδύσει σε ηλεκτρικό εταιρικό αυτοκίνητο, ο ΦΠΑ εξακολουθεί να μην εκπίπτει και μετατρέπεται σε οριστικό κόστος.
Έτσι δημιουργείται μια ουσιαστική αντίφαση: το κράτος προωθεί την πράσινη μετάβαση, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί έναν μηχανισμό έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης που αυξάνει το πραγματικό κόστος της ηλεκτροκίνησης για τις επιχειρήσεις.
Το ζήτημα όμως δεν περιορίζεται στην εσωτερική φορολογική πολιτική. Η μη έκπτωση του ΦΠΑ λειτουργεί πλέον και ως σοβαρό μειονέκτημα ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις έναντι επιχειρήσεων άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αρκετά κράτη-μέλη εφαρμόζονται συστήματα μερικής έκπτωσης ΦΠΑ για τα εταιρικά επιβατικά οχήματα, συνήθως σε ποσοστό 40% ή 50%, με την παραδοχή ότι υπάρχει μικτή επαγγελματική και ιδιωτική χρήση. Σε άλλες περιπτώσεις επιτρέπεται ακόμη και πλήρης έκπτωση, εφόσον αποδεικνύεται αποκλειστικά επαγγελματική χρήση μέσω ηλεκτρονικής παρακολούθησης και αυστηρής τεκμηρίωσης.
Αυτό σημαίνει ότι μια αλλοδαπή επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να ανακτά σημαντικό μέρος του ΦΠΑ που επιβαρύνει την αγορά ή τη μίσθωση εταιρικών EVs, ενώ η ελληνική επιχείρηση επιβαρύνεται με ολόκληρο το ποσό ως οριστικό κόστος.
Η διαφορά αυτή δεν είναι θεωρητική. Αρκεί ένα απλό παράδειγμα λειτουργικής μίσθωσης ηλεκτρικού οχήματος με μηνιαίο μίσθωμα 600 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Σε διάρκεια τεσσάρων ετών, ο συνολικός ΦΠΑ υπερβαίνει τις 6.900 ευρώ. Στην Ελλάδα, το ποσό αυτό δεν ανακτάται. Σε ένα σύστημα μερικής έκπτωσης 50%, η επιχείρηση θα μπορούσε να ανακτήσει περίπου το μισό ποσό. Η απόσταση αυτή μεταφράζεται σε πραγματικό λειτουργικό κόστος και τελικά σε απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Το σημαντικότερο είναι ότι η απαγόρευση αυτή αλλοιώνει και τη βασική αρχή ουδετερότητας του ΦΠΑ. Ο ΦΠΑ σχεδιάστηκε ως ουδέτερος φόρος για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Όταν όμως δεν επιτρέπεται η έκπτωσή του για μια παραγωγική εισροή που χρησιμοποιείται στην επιχειρηματική λειτουργία, μετατρέπεται ουσιαστικά σε επιπλέον φόρο επί της επένδυσης.
Η συζήτηση επομένως δεν αφορά μια «φορολογική διευκόλυνση» για εταιρικά αυτοκίνητα. Αφορά την ανάγκη εκσυγχρονισμού ενός συστήματος που έχει μείνει πίσω σε σχέση με την τεχνολογία, την επιχειρηματική πραγματικότητα και τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Η αναμόρφωση θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και νομοθετικά στοχευμένη. Η παρέμβαση πρέπει να γίνει στην περ. ε΄ της παρ. 4 του άρθρου 30 του Ν. 2859/2000, ώστε να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς έκπτωσης ΦΠΑ για τα αμιγώς ηλεκτρικά εταιρικά επιβατικά οχήματα.
Μια ισορροπημένη μεταρρύθμιση θα μπορούσε να θεσπίσει ως βασικό κανόνα δικαίωμα μερικής έκπτωσης ΦΠΑ, για παράδειγμα σε ποσοστό 50%, για την αγορά, μίσθωση και τις βασικές λειτουργικές δαπάνες αμιγώς ηλεκτρικών εταιρικών οχημάτων. Το ποσοστό αυτό θα λειτουργούσε ως ασφαλές τεκμήριο μικτής χρήσης, περιορίζοντας τη γραφειοκρατία και διατηρώντας την ελεγκτική ασφάλεια.
Παράλληλα, θα μπορούσε να προβλεφθεί δυνατότητα πλήρους έκπτωσης όταν αποδεικνύεται αποκλειστικά επαγγελματική χρήση μέσω ψηφιακής τεκμηρίωσης, ηλεκτρονικών ημερολογίων διαδρομών, συστημάτων παρακολούθησης στόλου και εγκεκριμένης εταιρικής πολιτικής χρήσης.
Μια τέτοια λύση δεν θα άνοιγε ανεξέλεγκτα τον δρόμο σε καταχρήσεις. Αντίθετα, θα αναγνώριζε ότι το ηλεκτρικό εταιρικό όχημα αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο λειτουργίας της σύγχρονης επιχείρησης και όχι αποκλειστικά μέσο ιδιωτικής κατανάλωσης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει μηχανικά τα ευρωπαϊκά μοντέλα. Χρειάζεται όμως να αναγνωρίσει ότι η πλήρης απαγόρευση έκπτωσης ΦΠΑ στα εταιρικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν συνάδει πλέον ούτε με την πολιτική προώθησης της ηλεκτροκίνησης ούτε με την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα δεν μπορεί να προωθεί την ηλεκτροκίνηση στην άμεση φορολογία και ταυτόχρονα να την αποθαρρύνει στην έμμεση. Η διατήρηση της πλήρους απαγόρευσης έκπτωσης ΦΠΑ στα αμιγώς ηλεκτρικά εταιρικά αυτοκίνητα δεν συνιστά πλέον μέτρο φορολογικής προφύλαξης, αλλά αναχρονισμό.
Η αναγνώριση μερικής έκπτωσης ΦΠΑ, και πλήρους έκπτωσης όπου αποδεικνύεται αποκλειστικά επαγγελματική χρήση, δεν είναι προνόμιο υπέρ των επιχειρήσεων. Είναι αναγκαία θεσμική προσαρμογή ενός φορολογικού πλαισίου που οφείλει να συμβαδίσει με την τεχνολογία, την πράσινη μετάβαση και τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
H Νατάσσα Δαλιάνη είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος της Artion Α.Ε.
H Βασιλική Καπελλάκη είναι Λογίστρια του τμήματος Διπλογραφικών της Artion A.E.

