Όταν το δημόσιο γίνεται άτυπη τράπεζα της μικρής επιχείρησης
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Κωνσταντίνου Πόγκα και του Σπύρου Κοκκινογούλη*
Η δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση, οι ανεπαρκείς εγγυήσεις και η επικίνδυνη μετατροπή του ΦΠΑ και των ασφαλιστικών εισφορών σε κεφάλαιο κίνησης.
Η χρηματοδότηση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Η δημόσια συζήτηση συνήθως περιορίζεται στα επιτόκια, στα προγράμματα επιδότησης ή στα επενδυτικά εργαλεία. Στην πράξη, όμως, το βασικό ζήτημα είναι διαφορετικό: πολλές μικρές επιχειρήσεις δεν κρίνονται με βάση τη δυναμική τους, την πελατεία τους, την προοπτική τους ή την πραγματική τους λειτουργική ικανότητα, αλλά κυρίως με βάση τις εμπράγματες εξασφαλίσεις, το τραπεζικό ιστορικό και την εικόνα τους στα συστήματα πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Έτσι, για ένα σημαντικό μέρος της αγοράς, η πρόσβαση σε δάνειο για κεφάλαιο κίνησης ή για μια μικρή επένδυση δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι σχεδόν απαγορευτική. Στην ουσία, οι μικροεπαγγελματίες και οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να τύχουν της χρηματοδότησης που απαιτεί η καθημερινή τους λειτουργία. Μπορεί να έχουν κύκλο εργασιών, πελάτες, παραγγελίες, προσωπικό και προοπτική, αλλά αν δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις ή ισχυρή λογιστική εικόνα, η πόρτα της τραπεζικής χρηματοδότησης παραμένει κλειστή.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα που η αγορά γνωρίζει καλά, αλλά σπάνια ομολογεί ανοιχτά: όταν η μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από την τράπεζα, συχνά αναζητά ρευστότητα από τον πιο εύκολο, αλλά και πιο επικίνδυνο «δανειστή»: το Δημόσιο.
Η μη απόδοση ΦΠΑ, η καθυστέρηση καταβολής παρακρατούμενων φόρων, η μη πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών και η συσσώρευση φορολογικών υποχρεώσεων λειτουργούν στην πράξη ως άτυπο κεφάλαιο κίνησης. Η επιχείρηση χρησιμοποιεί ποσά που δεν της ανήκουν για να πληρώσει προμηθευτές, μισθούς, ενοίκια, πρώτες ύλες ή μια επείγουσα επένδυση. Αυτό που ξεκινά ως προσωρινή ταμειακή ανάσα μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό επιβίωσης.
Πρέπει, βέβαια, να γίνει μια κρίσιμη διάκριση. Άλλο είναι η αδήλωτη συναλλαγή, η απόκρυψη εσόδων και η κλασική φοροδιαφυγή. Και άλλο είναι η δήλωση της υποχρέωσης, αλλά η αδυναμία ή επιλογή μη πληρωμής της. Το δεύτερο δεν παύει να είναι παράνομο και επικίνδυνο, αλλά οικονομικά λειτουργεί διαφορετικά: δεν είναι πάντα προσπάθεια απόκρυψης. Συχνά είναι προσπάθεια χρηματοδότησης.
Στην πράξη, το φαινόμενο εμφανίζεται με πολλές μορφές, αλλά έχει κοινό πυρήνα. Μια εμπορική επιχείρηση χρειάζεται 40.000 ευρώ για αγορά αποθεμάτων πριν από την περίοδο υψηλής ζήτησης, μια τεχνική εταιρεία χρειάζεται 70.000 ευρώ για εξοπλισμό και προκαταβολές έργου, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών χρειάζεται προσωρινή ρευστότητα για να καλύψει μισθοδοσία σε περίοδο αυξημένης απασχόλησης. Όταν η τράπεζα ζητά εμπράγματες εξασφαλίσεις ή πρόσθετες εγγυήσεις που δεν υπάρχουν, η επιχείρηση συνήθως δεν σταματά τη δραστηριότητά της. Συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά μεταφέρει την πίεση στο Δημόσιο: καθυστερεί την απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων ή ασφαλιστικών εισφορών, με την προσδοκία ότι θα τακτοποιήσει αργότερα την οφειλή μέσω ρύθμισης. Έτσι, μια ανάγκη κεφαλαίου κίνησης μετατρέπεται σε φορολογική ή ασφαλιστική εκκρεμότητα.
Το ερώτημα, επομένως, τίθεται ευθέως: οδηγούν οι τράπεζες έμμεσα σε φοροδιαφυγή;
Η απάντηση πρέπει να είναι προσεκτική. Οι τράπεζες δεν προκαλούν τη φοροδιαφυγή. Δεν δίνουν εντολή σε καμία επιχείρηση να μην αποδώσει ΦΠΑ, να μην πληρώσει εισφορές ή να καθυστερήσει φόρους. Έχουν εποπτικούς κανόνες, κεφαλαιακές απαιτήσεις, υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνου και ευθύνη απέναντι στους καταθέτες και στους μετόχους τους.
Ωστόσο, η πραγματική οικονομία δεν λειτουργεί μόνο με νομικές διατυπώσεις. Όταν το τραπεζικό σύστημα αδυνατεί να αξιολογήσει σωστά τη μικρή επιχείρηση, όταν ζητά εξασφαλίσεις που δεν υπάρχουν και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα ταμειακά δεδομένα, την εποχικότητα, την ποιότητα του πελατολογίου ή τις πραγματικές προοπτικές, τότε δημιουργείται ένα χρηματοδοτικό κενό. Και κάθε κενό στην αγορά καλύπτεται από κάπου.
Στην ελληνική μικρή επιχείρηση, αυτό το κενό συχνά καλύπτεται από το Δημόσιο — όχι θεσμικά, αλλά παραβατικά.
Η επιχείρηση εισπράττει ΦΠΑ και δεν τον αποδίδει. Παρακρατεί φόρους ή εισφορές και τις μεταφέρει για αργότερα. Δημιουργεί ρύθμιση, τη χάνει, μπαίνει σε νέα ρύθμιση και σταδιακά εξαρτάται από έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων. Η φορολογική και ασφαλιστική οφειλή παύει να είναι έκτακτο γεγονός και γίνεται υποκατάστατο τραπεζικής γραμμής.
Το πιο επικίνδυνο είναι ότι η επιχείρηση συνηθίζει σε αυτή τη στρέβλωση. Δεν κοστολογεί σωστά. Δεν οργανώνει πραγματικό cash flow. Δεν προσαρμόζει εγκαίρως την τιμολογιακή της πολιτική. Δεν αναζητά θεσμική χρηματοδότηση πριν δημιουργηθεί το πρόβλημα. Περιμένει την επόμενη ρύθμιση, την επόμενη ανοχή, την επόμενη παράταση. Έτσι, όμως, χάνει σταδιακά και τη φορολογική της αξιοπιστία και την τραπεζική της δυνατότητα.
Η λύση δεν μπορεί να είναι ούτε η ανοχή στη μη πληρωμή ούτε η γενικευμένη καταστολή. Η πρώτη επιβραβεύει την ασυνέπεια. Η δεύτερη μπορεί να διαλύσει επιχειρήσεις που είναι βιώσιμες, αλλά υποχρηματοδοτημένες. Χρειάζεται τρίτος δρόμος: πραγματική χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων με σύγχρονα κριτήρια.
Οι τράπεζες πρέπει να περάσουν σταδιακά από το μοντέλο της εμπράγματης εξασφάλισης στο μοντέλο της αξιολόγησης των ταμειακών ροών. Να λαμβάνουν υπόψη ηλεκτρονικά βιβλία, φορολογική συνέπεια, POS, myDATA, ιστορικό πληρωμών, ποιότητα πελατών, συμβάσεις, παραγγελίες και πραγματική ικανότητα εξυπηρέτησης. Όχι μόνο ακίνητα, εγγυητές και παλαιές τραπεζικές βαθμολογίες.
Το κράτος, από την πλευρά του, πρέπει να καταλάβει ότι η φορολογική συμμόρφωση δεν επιβάλλεται μόνο με πρόστιμα. Επιβάλλεται και με λειτουργική πρόσβαση στη ρευστότητα. Όσο το Δημόσιο απαιτεί άμεση καταβολή ΦΠΑ και εισφορών, αλλά η αγορά δεν έχει πρόσβαση σε νόμιμο κεφάλαιο κίνησης, τόσο θα αναπαράγεται η ίδια στρέβλωση.
Το συμπέρασμα είναι απλό, αλλά δύσκολο στην εφαρμογή: η φορολογική συμμόρφωση δεν θα βελτιωθεί ουσιαστικά αν δεν βελτιωθεί η χρηματοδότηση της μικρής επιχείρησης. Οι τράπεζες δεν είναι ο ένοχος της φοροδιαφυγής. Είναι όμως μέρος του προβλήματος όταν δεν μπορούν ή δεν θέλουν να χρηματοδοτήσουν την πραγματική μικρή επιχειρηματικότητα με όρους που αντιστοιχούν στη λειτουργία της.
Όταν η τράπεζα λέει συνεχώς «όχι» και το Δημόσιο περιορίζεται είτε στην ανοχή είτε στην καταστολή, η αγορά βρίσκει τη δική της παράτυπη λύση: δεν πληρώνω σήμερα ΦΠΑ, φόρους και εισφορές, για να επιβιώσω μέχρι αύριο.
Μόνο που αυτό το αύριο, όταν έρχεται, είναι συνήθως ακριβότερο. Και για την επιχείρηση. Και για το Δημόσιο. Και για την οικονομία.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo E-FOROLOGIA.gr
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
Ο Κωνσταντίνος Πόγκας είναι Προϊστάμενος του τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών της Artion Α.Ε.
Ο Σπύρος Κοκκινογούλης είναι στέλεχος του τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών της Artion Α.Ε.

